Ο όρος άρια προέρχεται από τη λατινική λέξη aer (αέρας). Κατά τον 16ο αιώνα, εμφανίστηκε περιστασιακά για να περιγράψει ένα στροφικό φωνητικό έργο ή έναν τρόπο εκφοράς του μελοποιημένου λόγου. Άρχισε να χρησιμοποιείται συστηματικά κατά τον πρώιμο 17ο αιώνα, όταν τα μέλη της Φλωρεντινής Καμεράτας πειραματίστηκαν με το νέο μονωδιακό ύφος, συνθέτοντας σολιστικά φωνητικά μέρη, τα οποία, επί της ουσίας, είχαν τη μορφή μουσικής απαγγελίας (ρετσιτατίβο), χωρίς ωστόσο να αποκλείεται και η στροφική μορφολογική δομή.
Η βασική μορφή άριας της μπαρόκ εποχής είναι η τριμερής άρια da capo [άρια ντα κάπο], ΑΒΑ ή ΑΒΑ', της οποίας το κείμενο αποτελείται από δύο στροφές αντίθετου χαρακτήρα. Στο τέλος της δεύτερης στροφής υπάρχει η ένδειξη "da capo" («από την αρχή»), η οποία υποδεικνύει στον ερμηνευτή/στην ερμηνεύτρια να επαναλάβει την πρώτη ενότητα. Η πρακτική αυτή παραδοσιακά απαιτούσε τον διανθισμό της επαναληφθείσας πρώτης ενότητας με αυτοσχέδιους στολισμούς, όπως ποικίλματα και διάφορους τύπους βοκαλισμών. Η τριμερής μορφή της άριας da capo επικράτησε στην ιταλική «σοβαρή» όπερα σέρια [opera seria], στο ορατόριο και την καντάτα κατά τον 18ο αιώνα. Ως προς τη λειτουργία της, η άρια διακόπτει την εξέλιξη της δράσης, προκειμένου το οπερατικό πρόσωπο να εκφράσει τα συναισθήματά του, αξιοποιώντας τον συνδυασμό του ποιητικού κειμένου –λιμπρέτου– και της μουσικής δραματουργίας, σύμφωνα με τη διδασκαλία των συγκινήσεων [Αffektenlehre].
Κατά το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, η άρια γνωρίζει περίοδο ακμής, με την εμφάνιση πολυάριθμων όρων για την κατηγοριοποίησή της, όπως aria di bravura, aria parlante, aria di mezzo carattere, aria fugata, aria tedesca, aria aggiunta, aria d’entrata, aria cantabile κ.ά. Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτά τα είδη δεν ήταν απόλυτος, καθώς πολλές άριες ήταν δυνατόν να ανήκουν σε περισσότερες από μία κατηγορίες. Ενίοτε, ο όρος χρησιμοποιείται και σε αμιγώς οργανικές συνθέσεις, υποδηλώνοντας έναν λυρικό τρόπο ερμηνείας του μουσικού κειμένου, που προσομοιάζει με την ανθρώπινη φωνή.
Στα μέσα του 18ου αιώνα, ορισμένοι συνθέτες, ανάμεσά τους ο Christoph Willibald Gluck [Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ], άσκησαν κριτική στην άρια da capo, την οποία θεωρούσαν πρόσχημα για επίδειξη δεξιοτεχνίας των αοιδών εις βάρος της δραματικής συνοχής. H μεταρρύθμιση του Gluck στην όπερα οδήγησε στην αναμόρφωση της δομής της άριας και στη μείωση του αριθμού των αριών ανά έργο, με έμφαση στη φυσικότητα της εκφοράς του κειμένου και στην αδιάκοπη εξέλιξη της πλοκής του δράματος μέσω σκηνών συνόλων.
Στην όπερα του 18ου αιώνα, ο όρος καβατίνα [cavatina (υποκοριστικό του cavata)] δηλώνει μια άρια μικρότερης έκτασης. Κατά τον 19ο αιώνα, ο όρος καβατίνα χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει όχι μόνο τις άριες σύντομης διάρκειας, αλλά και τις εναρκτήριες άριες των αοιδών, καθώς και εκείνες που απαιτούσαν εξέχουσες δεξιοτεχνικές ικανότητες.
Ο Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] απομακρύνθηκε από τη συμβατική, κλειστή δομή της άριας, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μουσικά δράματα, στα οποία η μουσική και η δραματική πλοκή ρέουν αδιάκοπα ανάμεσα στα διάφορα μουσικά μέρη και τις οπερατικές σκηνές. Ο αντίκτυπος του βαγκνερισμού ξεπέρασε τα όρια της γερμανικής όπερας και έγινε αισθητός και σε λυρικά έργα του 20ού αιώνα.
Από τα μέσα του 20ού αιώνα και έπειτα, η παραδοσιακή έννοια της άριας ως μουσικής σύνθεσης με συγκεκριμένη δομή έχει διευρυνθεί, περιλαμβάνοντας κάθε εκτεταμένο σολιστικό φωνητικό μέρος που διακρίνεται μουσικά και δραματικά από την υπόλοιπη δομή.